Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Φαινόμενο του Πυγμαλίωνα- ο μοιραίος ρόλος του δάσκαλου

Το λεγόμενο Φαινόμενο του Πυγμαλίωνα, (ονομάζεται και αυτοεκπληρούμενη προφητεία) μελετήθηκε (με έναν δεοντολογικά μη-αποδεκτό τρόπο, για τα σημερινά δεδομένα) από τους ερευνητές Robert Rosenthal και Lenore Jacobson το 1968 σε ένα δημοτικό σχολείο στην Καλιφόρνια.
Εκεί, οι ερευνητές μοίρασαν ένα τεστ νοημοσύνης στα παιδιά όλων των τάξεων, τα αποτελέσματα του οποίου δεν αποκαλύφθηκαν στους δασκάλους.
Εν συνεχεία, ανέφεραν ψευδώς στους δασκάλους των παιδιών ότι κάποια από αυτά θα είχαν πολύ καλύτερες σχολικές επιδόσεις από κάποια άλλα, κατονομάζοντας τα παιδιά που αναμένονταν να εμφανίσουν καλύτερες επιδόσεις.
Στο τέλος της χρονιάς, τα παιδιά πέρασαν και πάλι από τεστ νοημοσύνης.
Εκεί, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, τα παιδιά που οι ερευνητές είχαν ψευδώς αναφέρει στους δασκάλους ως αυτά με τις καλύτερες προοπτικές για σχολικές επιδόσεις, είχαν σημαντικά υψηλότερη νοητική ανάπτυξη από τα υπόλοιπα παιδιά.
Τι είχε συμβεί στο μεσοδιάστημα;
Επιβεβαιώνοντας τις αρχικές προβλέψεις των ερευνητών, οι δάσκαλοι είχαν προσαρμόσει –ασυνείδητα- την συμπεριφορά τους, βοηθώντας τα παιδιά με τις καλύτερες προοπτικές και αδιαφορώντας για τα παιδιά με τις χειρότερες προοπτικές, οδηγώντας τελικά με την συμπεριφορά τους σε επιβεβαίωση της αρχικώς ψευδούς άποψης.
Αποδείχθηκε έτσι, ότι πραγματικά ο δάσκαλος μπορεί να σου κόψει τα φτερά, μπορεί όμως και να βοηθήσει να γίνουν δυνατά τα πιο αδύναμα φτερά. Αρκεί να το πιστέψει ο ίδιος. Επιπλέον ο δάσκαλος, συνειδητά ή ασυνείδητα , έχει την τάση να παραβλέπει λάθη των καλών μαθητών, σε αντίθεση με εκείνα των πιο αδύναμων. 

Αναλυτικότερα:

Το πείραμα  του 1968 του καθηγητή R. Rosenthal, σε συνεργασία με τον L. Jacobson: (πηγή) Οι δυό τους, επισκέφτηκαν ένα σχολείο μιας φτωχής περιοχής του Chicago και εφάρμοσαν σε 18 τάξεις ένα μη λεκτικό τεστ νοημοσύνης, το οποίο ονόμασαν οι ίδιοι: «The Harvard Test of Inflected Acquisition». Υποτίθεται πως αυτό το τεστ θα έδειχνε ποια παιδιά μελλοντικά θα γινόταν ιδιοφυείες, ποια ήταν δηλαδή εξαιρετικά προικισμένα από άποψη νοημοσύνης.
Με εντελώς τυχαίο τρόπο επέλεξαν το 20% των παιδιών των 18 τάξεων, για να τα ‘χρίσουν’ ως εξαιρετικά ευφυή και είπαν στους δασκάλους τους πως αυτά τα παιδιά θα ‘άνθιζαν’ μέσα στους επόμενους 8 μήνες που θα ολοκληρωνόταν η σχολική χρονιά. Τάχα το προέβλεψε το τεστ. Ωστόσο η διαφορά αυτών των παιδιών από τα άλλα, στην πραγματικότητα υπήρχε μόνο στο μυαλό των δασκάλων τους. Κι όμως.
Όταν οι οχτώ μήνες πέρασαν, τα τυχαία επιλεγμένα παιδιά εξετάστηκαν με το ίδιο τεστ που είχε χρησιμοποιηθεί και στην αρχή και βρέθηκε να έχουν κάνει σημαντικότατη πρόοδο. Πράγμα το οποίο εξηγεί τον ρόλο των προσδοκιών του περιβάλλοντος, των δασκάλων εν προκειμένω, στην νοητική ανάπτυξη των παιδιών. Οι ερευνητές ονόμασαν αυτό το φαινόμενο Pygmalion effects in the classroom, δανειζόμενοι τον μύθο του βασιλιά της Κύπρου Πυγμαλίωνα που ερωτεύτηκε το άγαλμα της κοπέλας που ο ίδιος έφτιαξε (σύμφωνα τουλάχιστον με τον Οβίδιο).
Το τεστ έγινε ξανά μετά από δύο χρόνια και τα παιδιά αυτά εξακολουθούσαν να έχουν το προβάδισμα, σε σχέση με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου, για τα οποία δεν έγινε καμία πρόβλεψη σχετικά με την νοητική τους εξέλιξη.
Σκοπός του πειράματος, ήταν να αποδείξει πως η πραγματικότητα, μπορεί να επηρεαστεί απ’ τις προσδοκίες των άλλων και περιττό να πούμε, ότι το αποτέλεσμα δικαίωσε πανηγυρικά τους δύο ερευνητές.

Από τότε ακολούθησαν πολλές έρευνες και βρέθηκαν κι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τους δασκάλους και τους οδηγούν να σχηματίσουν θετική γνώμη για ένα παιδί και να το βοηθήσουν περισσότερο από ένα άλλο, όπως για παράδειγμα η εξωτερική εμφάνιση. Αν σας ενδιαφέρει μάλιστα, αυτό το θέμα, εδώ μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα. Γίνεται συσχέτιση κυρίως με την παραπτωματική συμπεριφορά, αλλά θεωρώ ότι είναι εντός του θέματος μας η ανάρτηση, εφόσον αναφέρεται στην επίδραση του περιβάλλοντος.
Επιδρούν οπωσδήποτε λοιπόν, οι εκπαιδευτικοί στην νοητική ανάπτυξη των μαθητών τους και το πως γίνεται αυτό είναι αρκετά περίπλοκο, για να εξηγηθεί εδώ από μένα σε μια απλή ανάρτηση. Υπάρχουν πιο ειδικοί, που έχουν ασχοληθεί επί σειρά ετών με τέτοια θέματα. Αυτό που μπορούμε εμείς να κρατήσουμε, είναι αυτό που απέδειξε το πείραμα: η νοημοσύνη επηρεάζεται απ’ τις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Και πειραματικά, αποδείχτηκε και κάτι ακόμα:
«..πως κατά τη διόρθωση γραπτών δοκιμίων οι δάσκαλοι συνηθίζουν να παραβλέπουν διάφορα λάθη στα γραπτά των καλών μαθητών και μάλιστα πολύ περισσότερα σε ποσοστό από εκείνα των μέτριων ή αδύνατων μαθητών. Γι’ αυτό και επιμένουν πολλοί στην κάλυψη του ονόματος του μαθητή κατά τις γραπτές εξετάσεις».
Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο και να σκεφτείτε με την ησυχία σας, αν πρέπει να παίρνουμε σοβαρά τους βαθμούς γενικώς και κατά πόσον αυτοί όντως είναι ενδεικτικοί για τις νοητικές ικανότητες των παιδιών.
Κι αυτό σχετίζεται έμμεσα, με το ερώτημα του τίτλου αυτής της ανάρτησης. Υπάρχουν λοιπόν, όντως παιδιά-θαύματα, παιδιά που από τη γέννηση τους είναι πιο προικισμένα νοητικά από άλλα ή η νοητική εξέλιξη οφείλεται και πάλι στην επίδραση του περιβάλλοντος; Μήπως πρόκειται για ένα συνδυασμό κληρονομικών χαρακτηριστικών, επίδρασης του περιβάλλοντος και των σημαντικών άλλων της ζωής ενός ανθρώπου;
Ένα πράγμα θα σας ξεκαθαρίσω από τώρα. Δεν είμαι αρμόδια να δώσω μια και μόνη απάντηση, αλλά όσο έψαξα κι εξακολουθώ να μελετώ, βλέπω ότι οι επιστήμονες τείνουν να καταλήξουν πως δεν υπάρχουν.
«…η κατηγοριοποίηση μερικών παιδιών ως έμφυτα ταλαντούχων είναι μεροληπτική. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τέτοια κατηγοριοποίηση είναι άδικη και άχρηστη διότι εμποδίζει νεαρά άτομα να επιδιώξουν κάποιο στόχο λόγω της αβάσιμης πεποίθησης των δασκάλων και των γονέων τους ότι αυτά δεν θα επωφελούνταν από τις μεγάλες ευκαιρίες που δίνονται σε εκείνα που θεωρούνται ταλαντούχα. Στο ερώτημα, «Αν δεν υπάρχουν ταλέντα, πώς μπορεί κανείς να εξηγήσει τα φαινόμενα που τους αποδίδονται;», οι συγγραφείς δεν ισχυρίζονται ότι έχουν μια πλήρη απάντηση. Εντούτοις, έχουν παραθέσει μια σειρά πιθανών επιρροών, καθώς και υποστηρικτικά στοιχεία για τα αποτελέσματά τους. Τα έμφυτα ταλέντα είναι συναγόμενα και όχι άμεσα παρατηρήσιμα. Ένας λόγος υποθετικής ύπαρξης τους είναι για να εξηγήσει ατομικές διαφορές, αλλά αυτές μπορούν επαρκώς να αιτιολογηθούν ως οφειλόμενες σε διαφορές στις εμπειρίες όπως η εκπαίδευση και η εξάσκηση, καθώς και σε βιολογικές επιρροές που όμως δεν σχετίζονται με την ιδέα του ταλέντου».
Αξίζει να διαβάσετε φυσικά, ολόκληρη την εργασία, που θα την βρείτε εδώ, αλλά έχει νόημα να σημειώσουμε πως παίζουν ρόλο, κάποιοι σημαντικοί παράμετροι που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας. Καταρχήν οι αυτοαναφορές. Θυμάστε τι έγραφε στην αδερφή του ο Galton, για τις γνώσεις που ήδη είχε σε πολύ μικρή ηλικία; Γνώσεις ομολογουμένως αξιοθαύμαστες. Το θέμα όμως είναι, πως το έγραφε ο ίδιος. Τι θέλω να πω μ’ αυτό; ‘Οτι όπως διάβασα κι εγώ με τη σειρά μου, οι περισσότερες μαρτυρίες για παιδιά-θαύματα είναι αυτοαναφορικές, ετεροχρονισμένες και ανεκδοτολογικού χαρακτήρα. Σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχουν και άλλοι, που επιβεβαιώνουν τα επιτεύγματά τους.
Ωστόσο υπάρχουν και περιπτώσεις παιδιών, που αναμφίβολα είχαν να επιδείξουν εξαιρετικές γνώσεις, όπως ο William James Sidis, που έμαθε να διαβάζει μόνος του όταν ήταν μόλις δεκαοχτώ μηνών. Στα οχτώ του γνώριζε οχτώ γλώσσες και στα έντεκα γράφτηκε στο Χάρβαρντ και έδωσε διάλεξη για τον τετραδιάστατο χώρο, στη Μαθηματική Εταιρία του Πανεπιστημίου. Έγραψε το δικό του βιβλίο γεωμετρίας στα αρχαία ελληνικά. Είχε το υψηλότερο IQ που έχει καταγραφεί στην ιστορία και πολυσχιδείς ικανότητες που άφηναν τους πάντες άφωνους. Ήταν αδιαμφισβήτητα μία ιδιοφυΐα (κι όμως πέθανε μόνος, φτωχός και ξεχασμένος απ’ όλους).
Αλλά είδατε τι υποστηρίζουν οι επιστήμονες παραπάνω. Κάνουν λόγο για ατομικές διαφορές, για διαφορετικές εμπειρίες στην εκπαίδευση και την εξάσκηση και βιολογικές επιρροές, που κανείς δεν αμφιβάλλει πως υπάρχουν.
Αν το θέλετε πάντως και με ποσοστά, που εμένα ως γνωστόν δεν μου λένε τίποτα, μόνο το 1% των παιδιών θεωρείται ότι μπορεί να είναι χαρισματικό.