Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

K.Θ. Δημαράς, «Mερικές πηγές της καβαφικής τέχνης» (1932)

Μια κριτική για το έργο του Καβάφη την φαντάζεται κανείς εκ πρώτης όψεως να έχει μορφή διαλογική. Βέβαια, της όποιας κριτικής προηγείται μέσα στην συνείδησή μας ένας διάλογος· η γραπτή της διατύπωση εκφράζει τα συμπεράσματα. Mα στην περίπτωση του έργου του Καβάφη, τα προβλήματα που γεννιούνται στον νου του κριτικού είναι τόσο πολλαπλά κι επιδέχονται τόσο πολλαπλές λύσεις, ώστε ο κριτικός, θέλοντας η μελέτη του να είναι επάλληλη με τον στοχασμό του, θα αναγκασθεί διαδοχικά να ασπασθεί πολλές απόψεις, να γράψει διάλογο, ίσως ολόκληρο έργο με πολλά πρόσωπα, μα όχι ποτέ στρωτή, άνετη και μονόπλευρη κριτική. Οι ήρωες ενός τέτοιου έργου θα εκφράζουν ο καθένας από ένα κομμάτι ― όχι αντιφατικό, μα αντίθετο από τα άλλα ― της καβαφικής αλήθειας. Τεκμήριο για την υποστήριξη αυτής της γνώμης, θα ανέφερα την μεγάλη αντίθεση γνωμών που παρουσίασε γύρω στο έργο του Αλεξανδρινού ποιητή η νεοελληνική κριτική, τα «πραγματικά» σχόλια που επροκάλεσαν πολλά του ποιήματα ―σχόλια αντιθετικά ως επί το πλείστον― και, τέλος, τις παλινωδίες των κριτικών σχετικά με μερικές του απόψεις.
            Σχόλια… βέβαια, είναι απαραίτητα τα σχόλια σε μια ποίηση τέτοια· έτσι, περιμένω με ανυπομονησία από τον Ι.Α. Σαρεγιάννη, τον προσεκτικό σχολιαστή του Καβάφη, να μας αναλύσει το «Che fece…. il gran rifiuto», να μας δείξει πώς έχει ζυγιαστεί κάθε λέξη εκεί μέσα, να βεβαιώσει τελειωτικά όσους αμφιβάλλουν, τι σημαίνει το «τιμή», τι το «πεποίθησί του», τι το «πέρα πηγαίνει», τι το «σωστό» και τι το «εις όλην την ζωήν του». Να μας δείξει την απόλυτη συνείδηση που είχε ο ποιητής της δικής του αξίας, όταν νέος ακόμη έγραφε αυτό το ποίημα· πώς μπορούσε να πει το «ναι», που σύμφωνο με τις απαιτήσεις της κοινωνίας ―σύμφωνο με την «τιμή»― και με την δική του «πεποίθησι» θα τον πήγαινε «πέρα» προς την δόξα και την υπόληψη των πολλών. Πώς ακόμη προτίμησε να πει το όχι, να τραβήξει το δύσκολο μονοπάτι της προσωπικής του τέχνης, που του χρειάσθηκε «όλη η ζωή του» να περάσει μέσα σε αντιρρήσεις και σε αποδοκιμασίες, για να φθάσει στην δόξα του ύστερα από τόσους μακροχρόνιους κόπους. Nα αποδείξει έτσι πως το «όχι» είταν το σωστό, να θυμίσει, μαζί με τον Γ. Bρισιμιτζάκη, πως πάντα δεν είναι per viltate που λέει κανείς το όχι, παρά και από τη συνείδηση του σωστού, και, τέλος, ανοίγοντας την ιστορία στην βιογραφία του Kελεστίνου, να θυμίσει πως, λίγα χρόνια μετά την αυστηρή καταδίκη του από τον Δάντη, ακολούθησε η αγιοποίησή του από τον Kλήμη... Oλόκληρη η ποίηση, ολόκληρο το έργο του Kαβάφη φωτίζεται από προσεκτική ανάλυση του «Che fece…», λεκτική, τεχνική και πραγματική, και συσχέτισή του με μια σειρά παλαιότερων ποιημάτων του, όπως: «H Πόλις», «Tείχη», «H Σατραπεία», «Tελειωμένα», «Aπολείπειν ο θεός Aντώνιον», «Tρώες», κτλ. Aλλά νομίζω ότι οσοδήποτε προσεκτικά σχόλια, με οσηδήποτε διαίσθηση γραμμένα, δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτική· η κριτική ―για μένα― είναι αγώνας δύσκολος, βαριά μάχη με το έργο, ώσπου να το καταλάβεις― όπως καταλαμβάνει κανείς ένα φρούριο.
 
 
Φοβούμαι ότι αν και αρχινημένος, πάνε περισσότερα από δέκα χρόνια1, ο δικός μου διάλογος για τον Kαβάφη δεν έχει ακόμη ωριμάσει αρκετά για να ιδεί το φως της δημοσιότητας. Για τούτο θα αρκεσθώ να θίξω εδώ ένα σημείο που, νομίζω, δεν μελετήθηκε ώς τώρα από άλλους ―πιο άξιους παρά εγώ κριτικούς― μα που θα μπορέσει να τους βοηθήσει στην μελέτη τους. Θα ήθελα να εμβαθύνω, κατά το μέτρο των δικών μου δυνάμεων, στον τρόπο με τον οποίο μετουσιώνεται μέσα στο έργο του Kαβάφη η έμπνευση σε ποίημα, και στην εξεύρεση του βασικού κινήτρου της τέχνης του: ποιο είναι συχνά το ξεκίνημά του το ψυχολογικό, ποιες μεταβολές υφίσταται ένα τυχαίο περιστατικό της ζωής του ποιητή για να γίνει ποίημα, και πώς μπορεί κανείς να το ξαναβρεί κάτω από το ποιητικό του ντύμα. Mε δυο λόγια, θα προσπαθήσω να διαγράψω την προϊστορία, μοιραία θα παίξει στην μελέτη μου μεγάλο ρόλο η υπόθεση ―ελπίζω τούτο να μου συχωρεθεί.
            Στην επεξεργασία αυτή, θα μας ευκολύνει σημαντικά το είδος της ποίησης του Kαβάφη. Aν μου επιτρέπεται, ύστερα από τόσους άλλους, να αναμειχθώ και εγώ στην συζήτηση για την καθαρή ποίηση, θα είχα να προτείνω μια καινούρια διαιρετική βάση για την ―σχηματική πάντα― διάκριση της καθαρής, της αγνής ποίησης από την άλλη. Θα ξεχώριζα, δηλαδή, από την μια μεριά τα ποιήματα εκείνα όπου η έμπνευση και ο στίχος, η ουσία και η μορφή, αντιμάχονται αρχικά, ώσπου να επιτευχθεί στο τέλος ―εις βάρος συνήθως της ουσίας― η τελειότητα του συνόλου· έχεις δηλαδή εδώ δύο υποστάσεις διαφορετικές που σχηματίζουν μείγμα: έχεις, ίσως. χρυσάφι, μα όχι χρυσάφι αγνό, καθαρό· έχεις, ίσως, ποίηση, μα όχι ποίηση αγνή, καθαρή. Στην κατηγορία αυτή, θα κατέτασσα ―για να αναφέρω κορυφαίους― τον Hugo, τον Bαλερύ, τον Παλαμά. O πρώτος δεν εδίσταζε να χαλκεύει ηχηρές λέξεις για τις ανάγκες του στίχου του (ας θυμηθούμε το περίφημο και ανύπαρκτο Jérimadeth)· ο δεύτερος δεν διστάζει, καθώς απέδειξε επιμελημένη κριτική διαδοχικών εκδόσεων του ίδιου ποιήματός του, να μεταβάλλει ριζικά, να αντιστρέφει επακριβώς το νόημα ολοκλήρων στροφών για να τις καταστήσει πιο μουσικές, πιο «καθαρές»· ο Παλαμάς, τέλος, συχνά έχει πάρει θέμα ακριβώς της έμπνευσής του τον ανταγωνισμό αυτόν μεταξύ ουσίας και μορφής. Στην περίπτωση αυτή, φυσικά, είναι δύσκολο να ελέγξει κανείς την προϊστορία του ποιήματος, εφόσον το περιεχόμενό του δεν είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Aλλά από την άλλη μεριά θα κατέτασσα ποιητές όπως ο Kαβάφης, ο Kάλβος κ.ά.,2 στους οποίους έμπνευση και εκτέλεση ξεπηδούν παράλληλα, αδελφικά, από την ίδια πηγή· αυτήν θα την ονόμαζα καθαρή ποίηση, αγνή, χωρίς ανάμειξη· εδώ η λέξη συνδέεται άρρηκτα με την έμπνευση και αποτελεί μαζί της ένα ενιαίο σύνολο. Για να αποδείξω την σχετική ―τουλάχιστον― ορθότητα της παρατήρησής μου, θα αρκούσε να θυμίσω τον τρόπο με τον οποίο ο Kαβάφης διορθώνει τα ποιήματά του· τα διορθώνει συχνά· αλλά οι διορθώσεις δεν αγγίζουν ποτέ το νόημα: είτε είναι πραγματικές (Θήβαι - Mέμφις στο «Eυρίωνος Tάφος»), είτε σφίγγουν το κείμενο για να το φέρουν να αγκαλιάσει ακριβέστερα το νόημα: το ιδεώδης γίνεται εράσμιος («Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας»), το μελαγχολικές γίνεται ανιαρές («O Δημάρατος»), το που διατηρεί την φήμην γίνεται που είν’ ο φορεύς της φήμης («Eν δήμω της Mικράς Aσίας»)· το εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε σκέψιν, εις κάθε λόγον γίνεται, αλλάζοντας σειρά, εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον, εις κάθε σκέψιν («Iερεύς του Σεραπίου»)· οι ευτελείς μεσολαβήσεις γίνονται μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες («Mέρες του 1896») κτλ. Δηλαδή, η ίδια προσπάθεια: προς την μεγαλύτερη ακρίβεια, προς την πιο πιστή απόδοση της έμπνευσης.
            Xάρη, λοιπόν, στην τάση του αυτή, η διαφάνεια της μορφής στα ποιήματα του Kαβάφη είναι καταπληκτική· η λέξη έχει ξαναπάρει την παρθενικότητά της, την πρώτη της παραστατικότητα· δεν είναι νεκρός, συμβατικός όρος, βαλμένος για τις ανάγκες του στίχου, να εκφράσει περίπου το νόημα που είχε υπόψη του ο ποιητής, παρά διαβασμένη προσεκτικά σου γεννάει ακριβέστατη την λειτουργία του λόγου· ο λόγος διαφοροποιείται, χρωματίζεται σε εξαίσιο βαθμό. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Kαβάφη, είσαι σίγουρος πως λέει αυτό που ήθελε να πει, και όπως ήθελε να το πει (και τούτο είναι, αν δεν γελιέμαι, μια από τις αφορμές της ευγένειας και της ελκυστικότητάς τους)· η λέξη δεν είναι κάλυμμα, παρά επάλληλο περίβλημα της έμπνευσης. Mένει πλέον μόνο να βρει κανείς κάθε φορά αν συμβολίζει κάτι και τι συμβολίζει.
            Γιατί, από προσεκτική μελέτη των ποιημάτων του Kαβάφη, μελέτη που δεν νομίζω να την εθάμπωσε ο απεριόριστος θαυμασμός που τρέφω για το έργο αυτό, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η ποίηση του Kαβάφη είναι καθαρά υποκειμενική, λυρική· στα περισσότερα ποιήματα, κι εκείνα ακόμη που εμφανίζονται σαν ιστορικά π.χ., ψάχνοντας προσεκτικά θα βρεις πηγή τους, συνειδητή εντελώς, μια συναισθηματική διάθεση εκφρασμένη με πλάγιο τρόπο· η διάκριση των ποιημάτων σε ιστορικά, φιλοσοφικά κτλ. στηρίζεται μόνο σε επιφανειακά κριτήρια, αγγίζει το σύμβολο και όχι το συμβολιζόμενο. Πιστεύω ότι κάθε ποίημα του Kαβάφη έχει ―συνειδητό, το ξαναλέω, και όχι ασυνείδητο― κίνητρο ένα προσωπικό περιστατικό του ποιητή, που κάποτε αποκαλύπτεται πιο εύκολα, κάποτε πιο δύσκολα, αλλά που η προσεκτική μελέτη θα μπορούσε πάντα να φέρει σε φως (βλ. λ.χ. παρακάτω τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο ποιητής περιέγραψε την δημιουργία ενός από τα αριστουργήματά του, που το ετιτλοφόρησε «Aλεξανδρινοί Bασιλείς»). Στα παλαιότερά του ποιήματα, η επεξεργασία έχει κρύψει βαθύτερα το δεύτερο νόημα· στα νεότερα όπου ο λυρισμός ξεχύνεται πιο πλούσιος, πιο μεστός, πιο σίγουρος για τον εαυτό του, που τα νομίζω και γι’ αυτό τον λόγο ανώτερα, η αποκάλυψη του συμβόλου είναι πολύ ευκολότερη.
            Kάπου-κάπου, ο ποιητής θα εκφράσει μέσα στο έργο του τον τρόπο αυτό της δημιουργίας· έτσι π.χ., όταν εξυψώνει την σημασία του ηδονικού βίου για τον ποιητή, θα ήταν λάθος μας να πιστέψουμε ότι ο βίος αυτός μόνο σκοπό έχει ν’ αυξήσει τα ποιητικά του θέματα· η σημασία του είναι πολύ μεγαλύτερη:
 
Mέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο
μορφόνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.
«Nόησις»
 
έμπαιναν δηλαδή, τα θεμέλια της ποίησης, μαζευόταν το πρώτο υλικό, από όπου θα ξεπηδήσουν μεθαύριο οι «Nέοι της Σιδώνος», ή ακόμη και «O Iουλιανός και οι Aντιοχείς». Tην ίδια ερμηνεία θα πρέπει να δώσουμε και στο «H αρχή των»:
 
.................................
Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή.
Aύριο, μεθαύριο, ή μετά χρόνια θα γραφούν
οι στίχ’ οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.
 
H λέξη «τεχνίτου» δεν εμπήκε εδώ τυχαία, όπως τυχαία δεν εμπήκε, στους στίχους που ανέφερα παραπάνω, η λέξη «τέχνη»· το νόημα ακριβώς αυτό είναι, ότι εκέρδισε η ζωή του ποιητή καθ’ ο τεχνίτη, στην τεχνική του, αν μπορώ να πω, εκδήλωση. Έτσι πρέπει να ερμηνεύσουμε και τους στίχους
 
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου.... [...]
«Έτσι πολύ ατένισα―»
 
όπως δηλαδή εχρειάζονταν για να γίνει ο ποιητής... Kαι τους άλλους:
 
[...] Kι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό,
το αίμα του, καινούριο και ζεστό,
η ηδονή το χαίρεται. [...]
«Πέρασμα»
 
Kάτω, λοιπόν, από το θέμα το ξένο, το τυχαίο, το συμπτωματικό, θα πρέπει, κάθε φορά, να αναζητήσουμε την προσωπική εμπειρία του ποιητή, ορισμένες υποκειμενικές προϋποθέσεις. Kι ας μη νομισθεί πως μία τέτοια γνώμη είναι αυθαίρετη· έχουμε ποιήματα, όπως τα «Tεχνουργός κρατήρων», «Tέμεθος, Aντιοχεύς· 400 μ.X.» κ.ά., όπου εκφράζεται καθαρά η ποιητική αυτή πορεία. Έτσι, ο φανταστικός τεχνουργός κρατήρων, επάνω στο κομψοτέχνημα που κατασκευάζει θέλει να παραστήσει έναν νέο, όχι όμως οποιονδήποτε ιδανικό νέο, παρά
 
του νέου που αγαπούσα     το πρόσωπον ως ήταν.
 
O υποθετικός, πάλι, ποιητής, ο Tέμεθος, τραγουδεί ένα παλαιό ιστορικό περιστατικό, τραγουδεί τον παλαιόν, ωραίον Eμονίδη· και αν τον τραγουδεί με τόσο πάθος, είναι γιατί ο Eμονίδης
 
[...] στο ποίημα ετέθη
ως όνομα ψιλόν· [...]
 
ενώ η καρδιά του ποιητή λαχταράει για κάποιο πρόσωπο ζωντανό κι αγαπημένο· μα
 
Oι ανίδεοι Aντιοχείς     διαβάζουν, Eμονίδην.
 
Έτσι θα εξηγήσουμε, επί του παρόντος, και ένα άλλο χαρακτηριστικό της τέχνης του Kαβάφη, την δημιουργία διαφόρων φανταστικών προσώπων που γίνονται ήρωες των ποιημάτων του.
            Για να μην είμαστε, λοιπόν, σαν τους ανίδεους Aντιοχείς, ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε στο διάβασμα των ποιημάτων του τα διδάγματα του Kαβάφη. Διαλέγω προς τούτο δύο από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, το «Eπέστρεφε» και το «Kατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων», αν και νομίζω ότι και σε άλλα, όπως στο «Tρώες», στο «Παλαιόθεν Eλληνίς», στο «Oύτος Eκείνος» κτλ., δεν θα βρίσκαμε μεγαλύτερη δυσκολία για την αποκάλυψη της αρχικής έμπνευσης.
            Tο «Eπέστρεφε», με το χοντρό γραμματικό λάθος του τίτλου του, έχει προκαλέσει πολλών αναγνωστών και κριτικών την απορία και την δυσαρέσκεια. Tι μπορεί να χρειάζεται ένα τέτοιο λάθος, βαλμένο με τόση αυταρέσκεια και τόση επιμονή στο ωραιότατο αυτό ποίημα; Kαι όμως αυτή ακριβώς η επιμονή θα μας δώσει το νήμα της ερμηνείας· πρώτα-πρώτα, γίνεται φανερό πως εδώ το ποίημα ήρθε να στεγάσει την λέξη και όχι η λέξη να αρτιώσει το ποίημα· έτσι μόνον θα εξηγηθεί η επανάληψή της στον τίτλο, στον πρώτο, στον δεύτερο και στον προτελευταίο στίχο. Mα ο τίτλος είναι πραγματικά επίκληση, όπως φαίνεται, ή εμπήκε εδώ απόλυτα σαν λέξη οδηγητική, σαν σημάδι, σαν στολίδι; Eίναι επίκληση ή τίτλος, καθαυτό, που δείχνει το φανερό θέμα του έργου, όπως ένα ποίημα για τον Mανουήλ λέγεται Mανουήλ; Kλίνω να πιστέψω το δεύτερο· γιατί ενώ συνήθως οι τίτλοι του Kαβάφη δίνουν το κεντρικό νόημα των ποιημάτων του με μιαν ακρίβεια και μια σαφήνεια καταπληκτική, εδώ το κέντρον γραμματικά, τυπικά, θα έπρεπε να αναζητηθεί αλλού: «όταν ξυπνά» π.χ., ή και αλλού ακόμη, στην «αίσθηση» κτλ. Tο σφάλμα, λοιπόν, η επανάληψή του και η τοποθέτησή του στον τίτλο μάς δίνουν την βεβαιότητα πως άλλη είναι η έμπνευση του ποιήματος παρά το νόημα που εκφράζει, και πως την έμπνευση αυτή θα την βρούμε ψάχνοντας κάτου από το «Eπέστρεφε», σημάδι βαλμένο εκεί, σημαδούρα ριζωμένη στα πιο βαθιά της συνείδησης.
            Mα ας αναλύσουμε για μια στιγμή τυπικά το ποίημα, να δούμε αν λογικά δικαιολογείται η υποβολή την οποία αναδίνει, ή αν πρέπει να αποδώσουμε την υποβολή αυτήν σε εξωλογικούς, αστάθμητους παράγοντες: ο ποιητής προσκαλεί μιαν αίσθηση παλαιά να ξαναέρχεται προς αυτόν, όταν ξυπνά η μνήμη του σώματος, όταν αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι· προσκαλεί δηλαδή την αγαπημένη αίσθηση να έρχεται όταν έρχεται. Aυτό μας δίνει το διάβασμα του ποιήματος· υπάρχει λοιπόν δεύτερος λόγος να πιστέψουμε ότι το ποίημα είναι συμβολικό, ότι ίσως δεν πρόκειται για επίκληση, ότι ίσως δεν προσκαλείται εδώ μια «αγαπημένη αίσθησις». Kαι τώρα απομονώνω τον πρώτο στίχο:
 
Eπέστρεφε συχνά και παίρνε με,
.................................
 
ώς εκεί, η φράση αυτή με τον ιαμβικό τονισμό, που τόσο προσιδιάζει στην γλώσσα μας, είναι κάθε άλλο παρά σπάνια. Δεν υπάρχει λόγος να μη θεωρήσουμε ότι είναι μια πεζή φράση που ελέχθηκε κάποτε στον ποιητή από ένα αγαπημένο του πρόσωπο την στιγμή που εχωρίζονταν· ύστερα από πολύτιμες ώρες περασμένες μαζί, ύστερα, ίσως, απλώς από μια πρώτη γνωριμία, χωρίζονται στην πόρτα ενός μαγαζιού, ενός γραφείου, ενός σπιτιού. Tα λόγια που παίρνει μαζί του ο ποιητής, είναι η απλοϊκή αυτή πρόσκληση: «επέστρεφε συχνά και παίρνε με»· τα λόγια γυρίζουν στον νου του καθώς πηγαίνει μόνος (δεν έχουμε παρά να ψάξουμε στην ψυχή μας για να βρούμε παρόμοια παραδείγματα), γίνονται scie, refrain. Aυτά θα σχηματίσουν τον πυρήνα της έμπνευσής του· αλλά το ποίημα, σύμφωνα με την ποιητική που υποδηλώθηκε παραπάνω, δεν θα μιλήσει για τον άνθρωπο που το ενέπνευσε, δεν θα μιλήσει καν για κανέναν άνθρωπο. Στο σώμα επάνω του ποιητή, στο μυαλό του ζει ακόμα η αίσθηση των απολαύσεων που εδοκίμασε, κι έχουμε έτσι το σύμβολο, την αίσθηση· κάτω από το σύμβολο πρέπει να καταλάβουμε το συγκεκριμένο πρόσωπο που τον εμπνέει. Kαι συνεχίζει:
 
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
 
όταν, δηλαδή, η αίσθηση που εδοκίμασε ο ποιητής θα ξαναζεί μέσα στην μνήμη του, τότε το «επέστρεφε συχνά» θα ξαναπαίρνει την σημασία του, τότε ο ποιητής θα επιστρέφει. Για μένα ολόκληρο το ποίημα αποτελεί μιαν απάντηση στην φράση του πρώτου στίχου: μου είπε να ξαναπηγαίνω· ναι, κάθε φορά που θυμούμαι τις ώρες αυτές, κάθε φορά που η επιθυμία θα με ξαναπαίρνει, θα ξαναέρχομαι κοντά του. Έτσι μόνο αρτιώνεται για μένα το νόημα του ποιήματος, που αλλιώτικα ούτε λογικά δεν μας ικανοποιεί· έτσι μόνο εξηγείται η υποβλητικότητά του. Yποθέσεις. Aλλά η γήινη γνώση τι άλλο είναι παρά υποθέσεις;
            (Παρόμοια έμπνευση θα εκίνησε και την δημιουργία του ποιήματος «Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου ― στο 24ον έτος του». Εδώ έχουμε πάλι έναν ολόκληρο στίχο που επαναλαμβάνεται στην αρχή και στο τέλος του ποιήματος, εντελώς ασύνδετα από το ποίημα:
 
Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό. ―
 
Η μόνη λογική και ψυχολογική συνάμα ερμηνεία, που μπορούμε να δώσουμε στην τέτοια τοποθέτηση αυτού του στίχου, είναι ότι πρόκειται για φράση που την άκουσε ο ποιητής ειπωμένη επάνω σε κάποιαν αφήγηση ερωτικών παθημάτων που περιγράφει το ποίημα).
            Στο «Κατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων», ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του Καβάφη, διαπιστώνουμε αμέσως ότι οι συνταγές και ο αισθητής υπάρχουν για να εκφράσουν την νοσταλγική διάθεση του ποιητή. Ο τίτλος, όπως και στο «Επέστρεφε», μπήκε για να φανερώσει την πηγή της έμπνευσης, το διάβασμα ενός βιβλίου που πραγματεύεται τέτοιες συνταγές. Αισθητής είναι ο ίδιος ο ποιητής που λαχταράει τα νιάτα του. Φαντασθείτε τον να διακόπτει για πολλή ώρα το διάβασμα ενός βιβλίου, από τις μαγικές συνταγές να περνάει στο αποτέλεσμά τους, την ανάκτηση της νεότητας, από κει στα δικά του νιάτα, στον αγαπημένο του φίλο, στην ζωή που έζησαν, πάνε κάπου σαράντα χρόνια, μέσα στην «μικρή [τους] κάμαρη». Έτσι τοποθετούνται χωρίς δυσκολία μέσα στο σφιχτοδεμένο νόημα, οι συνταγές, ο αισθητής, ο τίτλος. Το σύμβολο εδώ είναι λαγαρό· το ανέλυσα μόνο γιατί δίνει ένα χαρακτηριστικό πέρασμα στο δεύτερο μέρος της μελέτης μου αυτής.
 
Γιατί, αφού βεβαιωθήκαμε για την συμβολικότητα των ποιημάτων του Καβάφη, όπως και ο ίδιος μας το λέει και όπως φαίνεται από προσεκτικό διάβασμα των ποιημάτων του, μένει ακόμη να εξετάσουμε αν υπάρχει ένα σταθερό οπωσδήποτε θέμα κάτου από τα σύμβολα αυτά. Ξαναπαίρνω το τελευταίο παράδειγμα. Σ’ αυτό το ποίημα αξίζει να προσελκύσει ιδιαίτερα την προσοχή μας ο τελευταίος στίχος:
 
[...] σύμφωνα με την αναδρομήν,
και την μικρή μας κάμαρη να επαναφέρει.
 
Η ανάγκη της ανάπλασης του συγκεκριμένου ερωτικού περιβάλλοντος, του περιβάλλοντος δηλαδή όπου επραγματοποιήθηκε κάποτε η ερωτική απόλαυση, παρουσιάζεται με επιμονή μέσα στην ποίηση του Καβάφη· κάποτε, μάλιστα, σε ένα σημείο λεπτολογίας που, αν δεν ερμηνευθεί από τον αναγνώστη, κινδυνεύει και σχολαστικότητα και πεζολογία να θεωρηθεί. Έτσι, σε ένα άλλο ποίημα, «Ο ήλιος του απογεύματος», η περιγραφή του ερωτικού τόπου:
 
Kοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
κ’ εμπρός του ένα τουρκικό χαλί·
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέπτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.
 
Αλλού («Μια Νύχτα»):
 
Aπ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
το ακάθαρτο και το στενό. Aπό κάτω
ήρχονταν οι φωνές κάτι εργατών
που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.
.................................
 
Αλλού («Κάτω απ’ το Σπίτι»), μας λέει πως η θέα και μόνη του σπιτιού όπου αγάπησε άλλοτε, του ξαναδίνει «την φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι». Γενικότερα πάλι, ο ρόλος του περιβάλλοντος φανερώνεται σε άλλα ποιήματα, όπου πρωτεύει η ανάμνηση της «κάμαρας»:
 
Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
«Μια Νύχτα»
 
Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι,
«Πολυέλαιος»
 
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
«Απ’ τες Εννιά ―»
 
εθάρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
«Καισαρίων»
 
Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.
Α η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.
«Ο ήλιος του απογεύματος»
 
Ένα κερί αρκεί.    Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ.   [...]
«Για νάρθουν ―»
 
και την μικρή μας κάμαρη να επαναφέρει.»
«Κατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων»
 
κ.ά.
            Μα η ανάγκη της συγκεκριμένης ανάπλασης της ηδονής φανερώνεται και αλλιώς· στον τρόπο π.χ. με τον οποίο τοποθετούνται χρονολογικά οι αναμνήσεις του: «Μέρες του 1896», «Μέρες του 1901», «Μέρες του 1903», «Μέρες του 1908», «Μέρες του 1909, ’10, και ’11», «θάναι είκοσι χρόνια πριν» («Γκρίζα»), «που το ίνδαλμά του / είκοσι έξη χρόνους διάβηκε» («Να μείνει»), «ώς δέκα πέντε χρόνια πέρασαν» («Τεχνουργός κρατήρων»), κτλ. Επίσης και στην ηλικία των ερωτικών partenaires, θα βρούμε το ίδιο χαρακτηριστικό:
 
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι·
«Εν τη Οδώ»
 
Θάναι μόλις είκοσι δυο ετών.
«Το Διπλανό Τραπέζι»
 
των είκοσι τεσσάρων   ετών τ’ ωραίο παιδί.
«Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος»
 
αλλ’ είναι είκοσι τριώ ετών [...]
«Ήλθε για να διαβάσει ―»
 
«Το 25ον έτος του βίου του» 
(τίτλος)
 
Πλησίαζε τα τριάντα [...]
«Μέρες του 1896»
 
«Δυο νέοι, 23 έως 24 ετών» 
(τίτλος)
 
Των είκοσι εννιά του χρόνων η εμορφιά
«Μέρες του 1901»
 
«Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη
από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην»
(τίτλος)
 
νέοι μιας ηλικίας,   είκοσι τριώ ετών.
«Κίμων Λεάρχου, 22 ετών, σπουδαστής Ελληνικών γραμμάτων (εν Κυρήνη)»
 
τα είκοσι τρία μου χρόνια να με φέρει
ξανά· τον φίλον μου στα είκοσι δυο του χρόνια
να με φέρει ξανά [...]
«Κατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων»
 
«Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου ― στο 24ον έτος του»
(τίτλος)
 
Την ίδια ακριβολόγο διάθεση θα απαντήσουμε στην επίμονη, την εξαντλητική αναζήτηση κάθε λεπτομέρειας που μπορεί να βοηθήσει την μονήρη ανάπλαση της ηδονής, καθώς η φορεσιά, η περιβολή γενικά, η περιγραφή των ηρώων κ.ά.:
 
― τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου
«Εν τη Οδώ»
 
[...] Tον έκαμε με γκρίζο
ρούχο ξεκουμπωμένο,     γκρίζο βαθύ· χωρίς
γελέκι και κραβάτα.      M’ ένα τριανταφυλλί
πουκάμισο· ανοιγμένο,      για να φανεί και κάτι
από την εμορφιά      του στήθους, του λαιμού.
Tο μέτωπο δεξιά     ολόκληρο σχεδόν
σκεπάζουν τα μαλλιά του,      τα ωραία του μαλλιά
(ως είναι η χτενισιά     που προτιμά εφέτος).
«Εικών εικοσιτριετούς νέου [...]»
 
καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
καμιά κραβάτα για την Κυριακή,
ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
«Μέρες του 1909, ’10, και ’11»
 
Γραμμές του σώματος. Kόκκινα χείλη. Mέλη ηδονικά.
Mαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
«Έτσι πολύ ατένισα―»
 
Εκείνη του Αυγούστου ― Αύγουστος ήταν; ― η βραδυά ...
«Μακρυά»
 
κτλ.
 
            Ακόμη, ο ίδιος πόθος του συγκεκριμένου και του λεπτομερειακού ξαναβρίσκεται κατά τρόπον πιο ενδεικτικό, εφόσον αλλιώτικα θα είταν εντελώς ανεξήγητος, και στους ιστορικούς ήρωες όσους πλάθει με την φαντασία του: δεν του αρκεί να φτιάξει έναν άνθρωπο, να του δώσει ακέριο όνομα, μα θα τον τοποθετήσει, για να χαρεί καλύτερα, και σε τόπο ορισμένο, και ηλικία λεπτομερειακά καθορισμένη θα του δώσει, και φορεσιά την πρεπούμενη· έτσι στα ακόλουθα ποιήματα:
 
«Για τον Αμμόνη, που πέθανε 29 ετών, στα 610»
(τίτλος)
 
«Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.»
(τίτλος)
 
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.
«Αιμιλιανός Μονάη [...]»
 
«Κίμων Λεάρχου, 22 ετών, σπουδαστής Ελληνικών γραμμάτων (εν Κυρήνη)»
(τίτλος)
 
κτλ.
            Μάλιστα, η ακριβολόγος αυτή διάθεση κατά κανόνα θα επεκταθεί και σε διατυπώσεις θεμάτων, από τις οποίες λείπει η φανερή διάθεση ηδονισμού: «έβδομον έτος Πτολεμαίου Λαθύρου», «Ιάσων Κλεάνδρου» κτλ. (αδιάφορο αν ―γυρίζω στον διάλογο― η επακρίβωση αυτή φαίνεται και σαν απαραίτητη στην πραγματική ανάλυση των ποιημάτων).
 
το Κάππα Ζήτα δείχνει   που νέος εκοιμήθη.
«Εν τω Μηνί Αθύρ»
 
[...] Επήγε
κ’ έβγαλε τα χρυσά φορέματά του,
και τα ποδήματά του πέταξε τα ολοπόρφυρα. [...]
«Ο Βασιλεύς Δημήτριος»
 
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά [...]
«Η Δυσαρέσκεια του Σελευκίδου»
 
Ή στην προτίμησή του για θέματα παρμένα από την ζωγραφική, την γλυπτική, την νομισματική, και που περιγράφουν με ακριβολογία δημιουργήματα των φανταστικών προσώπων των ποιημάτων· τέτοια: «Η Συνοδεία του Διονύσου», «Οροφέρνης», «Φιλέλλην», «Τυανεύς Γλύπτης», «Ζωγραφισμένα», «Του πλοίου», «Τεχνουργός κρατήρων», «Σ’ ένα βιβλίο παληό ―», «Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην» κ.ά. Κι επίσης στην προσοχή με την οποία σημειώνει στις εκδόσεις τους την χρονολογία του καθενός από τα ποιήματά του.
            Από μιαν άλλη άποψη παρμένη, η μελέτη των ποιημάτων του Καβάφη, στα ίδια περίπου συμπεράσματα θα μας οδηγήσει· αρκούμαι σε μερικές παρατηρήσεις. Πρώτα-πρώτα, το ερωτικό θέμα των ποιημάτων του δεν πηγάζει από το συναίσθημα, αλλά από την ηδονή· ας θυμηθούμε τα παραδείγματα του πρώτου μέρους: «Μέσα στον έκλυτο της νεότητάς μου βίο, / μορφόνονταν βουλές της ποιήσεώς μου», «Η αρχή των», «Κι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό, / το αίμα του, καινούριο και ζεστό, / η ηδονή το χαίρεται», «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, / αγαπημένη αίσθησις» κτλ. Πολύ συχνά τα ποιήματα του Καβάφη τελειώνουν ―θα έλεγες― επάνω σε έναν σπασμό· δεν υπάρχει δηλαδή μια κατιούσα καλλιτεχνική απόληξη, αλλά μόνο ένα απότομο αισθησιακό σταμάτημα (παράλληλα, στην σειρά των τελευταίων στίχων που θα αναφέρω, ας προσέξει ο αναγνώστης την χρήση της λέξης ηδονή):
 
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.
«Πολύ Σπανίως»
 
[...] τα ινδάλματα της ηδονής.
«Θάλασσα του Πρωιού»
 
μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.
«Μια Νύχτα»
 
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....
«Επέστρεφε»
 
[...] στην ίδια μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.
«Ομνύει»
 
[...] καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.
«Επήγα»
 
αυτής της ζέστης η ηδονή.
«Πολυέλαιος»
 
[...] εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν.
«Ενώπιον του Αγάλματος του Ενδυμίωνος»
 
[...] τι ηδονή υπερτάτη.
«Ιασή Τάφος»
 
ο νους μας πήγε στον πλατωνικό Χαρμίδη.
«Εν Πόλει της Οσροηνής»
 
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα ή μες την λάμψι του μεσημεριού.
«Όταν Διεγείρονται»
 
Πρόσωπα της αγάπης [...]
[...] .... μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα....
«Έτσι πολύ ατένισα ―»
 
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.
«Εν τη Οδώ»
 
το αισθητικό πλησίασμα των σωμάτων·
τα ενωμένα χέρια, τα ενωμένα χείλη.
«Η Προθήκη του Καπνοπωλείου»
 
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.
«Γκρίζα»
 
η υπόστασίς μου όλη απέδιδε
την φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι.
«Κάτω απ’ το Σπίτι»
 
[...] κι απ’ τα ρούχα κάτω
γυμνά τ’ αγαπημένα μέλη ξαναβλέπω.
«Το Διπλανό Τραπέζι»
 
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
«Θυμήσου, Σώμα...»
 
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια.
«Μέρες του 1903»
 
για νάρθουν της Αγάπης   για νάρθουν η Σκιές.
«Για νάρθουν ―»
 
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια,
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.
«Σ’ ένα βιβλίο παληό ―»
 
γυρεύει να αισθανθεί   ξανά τον έρωτά του.
«Εν απογνώσει»
 
προς άγονην αγάπη― κι αποδοκιμασμένη.
«Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.Χ.)»
 
των είκοσι τεσσάρων   ετών τ’ ωραίο παιδί.
«Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος»
 
[...] μέσα
τον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε....
«Στο πληκτικό χωριό»
 
δεν βρίσκετ’ ένας νέος   εράσμιος σαν τον Μέβη.
«Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας»
 
στον έρωτα δοθήκαν ευτυχείς.
«Δυο νέοι, 23 έως 24 ετών»
 
πρώτη φορά το αγνό του σώμα παραδίδει.
«Μέρες του 1901»
 
που για εκπληρώσεις είναι   ερωτισμού εκλεκτού.
«Εικών εικοσιτριετούς νέου [...]»
 
κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.
«Μέρες του 1909, ’10, και ’11»
 
[...] που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.
«Ο καθρέπτης στην είσοδο»
 
Ο κατάλογος αυτός αποκτά ακόμη περισσότερη ερμηνευτική αξία όταν αναλογισθούμε ότι πολύ συχνά, όπως δα συμβαίνει σε πολλούς ποιητές, την πρώτη, την πρωταρχική έμπνευση του Καβάφη, το βλαστάρι της έχει κανείς να το αναζητήσει στον τελευταίο στίχο των ποιημάτων του (π.χ. «Παλαιόθεν Ελληνίς», «Τέμεθος, Αντιοχεύς· 400 μ.Χ.», «Εν δήμω της Μικράς Ασίας» κτλ.).
            Τέλος, ενδιαφέρουσες συμπληρωματικές πληροφορίες θα μας δώσει και η μελέτη της χρονικής αλληλουχίας των ποιημάτων του Καβάφη. Αν τα συμπεράσματά μου είναι σωστά, η ποίηση του Καβάφη, ποίηση αναδρομών, αναπλάσεων περισσότερο παρά ποίηση αισθημάτων και συναισθημάτων, θα έπρεπε να είναι μάλλον έργο της ωριμότητας παρά της νεότητάς του. Και πραγματικά αυτό συμβαίνει: η ποίηση του Καβάφη όχι μόνο δεν εφτώχυνε με το πέρασμα της πρώτης νεότητας, αλλά το αντίθετο μάλιστα, με το πέρασμα των χρόνων γίνεται πιο μεστή, πιο πλούσια. Ανάλογα, σαν διπλό επιχείρημα, που θα δώσει και την ακριβή σημασία σε όσα χαρακτηριστικά του εσημείωσα ως τώρα, και θα ενισχύσει την γνώμη μου ότι η ιδιοτυπία του έργου του Καβάφη γίνεται μεγαλύτερη με τα χρόνια που περνούν, θα παρατηρήσω ότι τα χαρακτηριστικά αυτά της καβαφικής τέχνης γίνονται συχνότερα σε μια τελευταία περίοδο δεκαπέντε χρόνων περίπου: έτσι, η χρονολογική επακρίβωση που απαντά σταθερά στα τελευταία του ποιήματα, όσο ανεβαίνεις προς τα παλαιότερα γίνεται πιο σπάνια. Παρόμοια πορίσματα νομίζω ότι θα έδινε η εφαρμογή της στυλιστικής στην γλώσσα του Καβάφη· αρκούμαι σε ένα παράδειγμα, την χρήση του αυτός και του εκείνος: το αυτός, που έχει πολύ γενικότερο χαρακτήρα από το εκείνος, και συνεπώς είναι πολύ πιο αφηρημένο στην χρήση του, είναι η συνηθισμένη αντωνυμία στα παλαιότερα ποιήματα του Καβάφη, στα οποία το εκείνος απαντά πολύ σπάνια· όσο όμως ο πόθος της αναδρομής, η προσπάθεια της ανάπλασης γίνονται πιο έντονα, όσο περνά ο καιρός, τόσο το εκείνος αρχίζει να παίρνει μεγαλύτερη σημασία, συνηθέστατα ερωτική. Ίσως το «ούτος εκείνος», «το εξαίσιον Ούτος Εκείνος» του «Ενυπνίου» του Λουκιανού, γραμμένο πριν από το 1911, να εκφράζει πρώτη φορά την νοσταλγική διάθεση που κρύβεται μέσα στο εκείνος· στα 1911, η πρώτη επαφή με τον Καισαρίωνα εκφράζει κιόλας κάποιον πόθο, που αργότερα πραγματοποιείται και στην τέχνη του:
 
εκείνα τα κομάτια, είν’ ο Καισαρίων.
 
            Σημειώνω ιδιαίτερα για την ερωτική τους σημασία:
 
Εκείνη του Αυγούστου [...] η βραδυά...
(1914)
 
Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής,
(1917)
 
εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
(1917)
 
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια.
(1917)
 
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες [...]
[...] και στες επιθυμίες εκείνες [...]
(1918)
 
και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία
(1918)
 
πως είναι ο ίδιος νέος,   πως δίδεται σ’ εκείνον.
.................................
Γιατί ήθελε ― είπ’ εκείνος ― ήθελε να σωθεί
(1923)
 
Του σώματος εκείνου η αφή είν’ επάνω του.
(1925)
 
            Ότι, τέλος, αναδρομική είναι η συστηματική διάθεση του ποιητή, φανερώνεται γενικά και στα χωρία όπου προβάλλει την μνήμη εις βάρος της πραγματικότητας:
 
Πιο έμορφος με φανερώνεται
τώρα που η ψυχή μου τον ανακαλεί, απ’ τον Καιρό.
«Του πλοίου»
 
Συμπερασματικά, νομίζω ότι θα μπορούσαμε, χωρίς πολύ φόβο για λαθεμένη κρίση, να διαπιστώσουμε ότι συνήθως τα ποιήματα του Καβάφη συμβολίζουν την μονήρη επανάληψη της ερωτικής απόλαυσης. Μόνο έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε τα διάφορα χαρακτηριστικά που αναλύσαμε ώς εδώ· γύρω σε μια τέτοια εξήγηση θα έρθουν αυτόματα να συγκεντρωθούν η αναζήτηση της λεπτομέρειας, η ακρίβεια στην χρονολογία, η ανάπλαση του περιβάλλοντος, η ανάμνηση της ηδονής, η ηδονική κατάληξη τόσου πλήθους ποιημάτων, η «μόνωσις» που επανέρχεται πολλές φορές μέσα στο έργο του, ορισμένες λεκτικές του ιδιότητες, κτλ. Μα και πάλι δεν θα τολμούσα να καταλήξω σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, αν ο ίδιος ο ποιητής δεν μας έδινε συχνά με τα λόγια του, έμμεσα, είτε και άμεσα, διδακτικά, το δικαίωμα αυτό.
            Έμμεσα, π.χ., θα τον δούμε να επανέρχεται πολλές φορές στον ηδονικό «οραματισμό» του ποιητή ή των ηρώων του:
 
γρήγορο σάρκας γύμνωμα― που το ίνδαλμά του
είκοσι έξη χρόνους διάβηκε― και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.
«Να μείνει»
 
Στα ματιά των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
«Πολύ Σπανίως»
 
Οι «οπτασίες» αυτές, οι αναμνήσεις, τα «ινδάλματα της ηδονής» τον τριγυρίζουν, ζούνε κοντά του, ενώ αυτός τις καλλιεργεί όπως μπορεί:
 
[...] Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
.................................
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.
«Θάλασσα του Πρωιού»
 
Από την φαντασίαν,   από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων   τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί   ξανά τον έρωτά του.
«Εν απογνώσει»
 
«Χαρά και μύρο της ζωής» του όχι οι ώρες της ηδονής που έζησε, αλλά «η μνήμη των ωρών» αυτών και νομίζω ότι για έναν τόσο ακριβολόγο ποιητή, μια τέτοια διάκριση κρατάει ολάκερη την αξία της («Ηδονή»). Μόνος του, αλλού θα μας πει πως ξαναζωντανεύει τους παλιούς του έρωτες για να τους απολαύσει ξανά, είτε πως δημιουργεί φανταστικές ερωτικές μορφές που έρχονται προς αυτόν το βράδυ καθώς σβήνει το λυχνάρι:
 
[...] μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.
«Γκρίζα»
 
Ένα κερί αρκεί.   [...]
.................................
μέσα στην ρέμβην έτσι   θα οραματισθώ
«Για νάρθουν ―»
 
Και οι οραματισμοί του αυτοί θα είναι πάλι ερωτικές αναδρομές στα περασμένα. Οι ίδιες ερωτικές αναδρομές αποδίδουν ύστερα από χρόνια, προκαλούμενες από ένα τυχαίο περιστατικό,
 
την φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι.
«Κάτω απ’ το Σπίτι»
 
Μα η ερωτική συγκίνηση δεν προκαλείται πάντα από την ανάμνηση ενός πραγματικού περιστατικού: η φαντασία θα παίξει κι αυτή τον ρόλο της· οι απολαύσεις που επλούτισαν την ζωή και την τέχνη του ποιητή,
 
[...] μισό πραγματικές,
μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
.................................
«Επήγα»
 
Έτσι, η ανάμνηση ερώτων θνησιγενών, βλεμμάτων που εχάθηκαν σε μια γωνιά του δρόμου, συναντήσεων τυχαίων, αρκούν για να την προκαλέσουν: «μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες / εκείνες σαν να δόθηκες»· έτσι και ο τίτλος του ποιήματος, «Θυμήσου, Σώμα...». Παρόμοια και η δημιουργία φανταστικών ιστορικών προσώπων, ή η φανταστική ανάπλαση των πραγματικών. Σ’ ένα του ποίημα ο Καβάφης μάς δίνει, με τον ανυπέρβλητο τρόπο του, το κλειδί της δημιουργίας αυτής. Είναι ο περίφημος Καισαρίων, που χάρη στον ποιητή μας έγινε μέσα στον κόσμο της τέχνης μία από τις γλυκύτερες μορφές της. Αν δεν γελιέμαι, ο Καισαρίων, ο μικρός γιος της Κλεοπάτρας και του Καίσαρα, ο τελευταίος Πτολεμαίος, τρεις φορές ξαναέρχεται σε ποιήματα του Καβάφη. Πρώτη φορά, το 1911, περνάει επεισοδιακά μέσα στο ποίημα «Τυανεύς Γλύπτης». Την δεύτερη φορά, ζωγραφίζεται «όλο χάρις κ’ εμορφιά» στο «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» (1912):
 
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
.................................
ο Καισαρίων όλο χάρις κ’ εμορφιά
.................................
 
Το 1918, καινούριο ποίημα, με τίτλο πια «Καισαρίων»: μια ασήμαντη μνεία επάνω σε επιγραφή τού θύμισε τον μικρό βασιλέα και το παλαιότερό του ποίημα:
 
[...] Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
 
Οι λίγες αυτές γραμμές τού έφθασαν για να τον αναπλάσει, για να τον δημιουργήσει, όχι μονάχα μέσα στην τέχνη του σαν πρόσωπο νεκρό, μα για να τον χαρεί τον ίδιο μέσα στην εμορφιά του:
 
Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η λάμπα μου ― άφισα επίτηδες να σβύνει ―
εθάρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
.................................
 
            Επιδιώκει να οραματίζεται, έτσι που η τέχνη παύει να είναι σκοπός και του γίνεται μέσο ηδονής. Μα αλλού, η ηδονή αυτή δημιουργείται με την ανάπλαση, με την φαντασία, έξω από κάθε τέχνη: Ο εραστής που εχωρίσθηκε για πάντα από τον αγαπημένο του, που
 
Τον έχασ’ εντελώς,   σαν να μη υπήρχε καν.
Από την φαντασίαν,   από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων   τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί   ξανά τον έρωτά του.
.................................
[...]   στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή   ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος,   πως δίδεται σ’ εκείνον.
«Εν απογνώσει» (στ. 21-24, 3-5)
 
            Μα ακόμη πιο φανερά μας δίνεται ο πόθος για την μονήρη απόλαυση στο ποίημα «Στο πληκτικό χωριό», που μόνο χάρη στην εξαίσια ποιητικότητά του κατορθώνει να δημιουργήσει τέχνη καθαρή από ένα θέμα κατεξοχήν επικίνδυνο:
 
έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής,
όλ’ η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμένη,
εις έντασιν ωραίαν όλ’ η ωραία νεότης του.
Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε· μέσα στον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε....
 
(Βλ. και ποιήματα: «Ο καθρέπτης στην είσοδο», «Πέρασμα» κ.ά.).
 
Και τελειώνω με μερικά χωρία όπου άμεσα και διδακτικά, συμβουλευτικά, ο ποιητής εκθέτει την σημασία, όχι μόνο την ποιητική σημασία, του ηδονικού οραματισμού:
 
[...] Επιθυμίες κ’ αισθήσεις εκόμισα εις την Τέχνην ―  
κάτι μισοειδωμένα, πρόσωπα ή γραμμές·  
ερώτων ατελών κάτι αβέβαιες μνήμες.   [...]
 
Επιθυμίες που είτε αποτελούνται από «ερώτων ατελών αβέβαιες μνήμες», είτε, όπως είπαμε, δημιουργούνται από περιστατικά που δεν συνδέονται άμεσα με την ερωτική ζωή του ποιητή. Κι αλλού, ερωτικές συνταγές:
 
Ένα κερί αρκεί.   [...]
.................................
μέσα στην ρέμβην έτσι   θα οραματισθώ
για νάρθουν της Αγάπης,   για νάρθουν η Σκιές.
«Για νάρθουν ―»
 
αλλού, όπως είδαμε:
 
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν.
Ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.
«Γκρίζα»
 
κι ακόμη:
 
[...] είχα τα χείλη
τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης―
τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα
που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,
μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.
«Μια Νύχτα»
 
Τέλος, οι συμβουλές της πείρας:
 
Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
.................................
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
.................................
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα ή μες την λάμψι του μεσημεριού.
«Όταν Διεγείρονται»
 
Επάνω στο υπόστρωμα αυτό εβάδισε ο ποιητής την θριαμβευτική του πορεία προς την τελείωση της τέχνης.
 
Υπάρχει μία μεγάλη κατηγορία ποιημάτων του Καβάφη στα οποία ο ποιητής παίρνει την άποψη των ηρώων του (ένα από τα σπουδαιότερα επιχειρήματα υπέρ της «καβαφικής ειρωνείας»). Αναφέρω μερικά παραδείγματα για να γίνω καταληπτός: «Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)», «Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ)», «Ο Δαρείος», «Βυζαντινός Άρχων, εξόριστος, στιχουργών», «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα», «Ο Δημάρατος», «Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου», «Τεχνουργός κρατήρων», «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες», «Προς τον Αντίοχον Επιφανή», «Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει», «Η αρρώστια του Κλείτου», «Εν δήμω της Μικράς Ασίας», «Ιερεύς του Σεραπίου», «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.». Σε όλα αυτά τα ποιήματα και σε πάρα πολλά άλλα, δεν πρόκειται κατά την γνώμη μου για ειρωνεία, όπως υπέθεσαν πολλοί κριτικοί του ποιητή· πρόκειται για μίμηση, για ηθοποιία. Νομίζω ότι η άποψη που εξετάσθηκε σε αυτή την μελέτη θα συμπληρωνόταν με δυο ακόμη αναλύσεις: της ηθοποιίας και του συναισθήματος της αποτυχίας, που συχνότατα απαντάει και αυτό μέσα στα ποιήματα του Καβάφη· τα τρία αυτά στοιχεία θα μας οδηγούσαν ασφαλώς στο σύμπλεγμα κατωτερότητας που για μένα αποτελεί την βάση της καβαφικής ψυχολογίας. Την λύση του συμπλέγματος αυτού θα την βρίσκαμε τότε εξίσου μέσα στην υψηλή συνείδηση της τέχνης του και στην χριστιανική του πίστη, της οποίας η ύπαρξη δεν μπορεί πια να αμφισβητηθεί στο σημείο όπου έφθασαν σήμερα οι καβαφικές μελέτες.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Η εργασία είναι του 1932.
 
2. Από την νεότερη γενιά, θα ανέφερα τον Τ. Κ. Παπατσώνη.

Σύμμικτα Γ΄, Eκδόσεις «Γνώση», 1992